φρέαρ

φρέαρ
колодец

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "φρέαρ" в других словарях:

  • φρέαρ — an artificial well neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρέαρ — ατος, το, ΝΜΑ, και φρεῑαρ, είατος, και συνηρ. τ. φρῆρ, ητός, Α βαθύ τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος για την άντληση νερού, πηγάδι («οὔτε ἄντλημα ἔχεις καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ», ΚΔ) νεοελλ. 1. κάθε τεχνητό όρυγμα που φτάνει σε κοίτασμα μετάλλου …   Dictionary of Greek

  • φρέαρ — [фрэар] ουσ. о. кладезь. источник …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μωρὸς ῥίψει λίθον εἰς φρέαρ, καὶ δέκα φρόνιμοι τοῦτον οὐκ ἀνελκύσουσι. — См. Дурак в воду кинет камень, а десять умных не вынут …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • φρεάτων — φρέαρ an artificial well neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρείατα — φρέαρ an artificial well neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρέασι — φρέαρ an artificial well neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρέασιν — φρέαρ an artificial well neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρέατα — φρέαρ an artificial well neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρέατι — φρέαρ an artificial well neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φρέατος — φρέαρ an artificial well neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»